Η σιωπή ως υλικό: γιατί η ησυχία θέλει σχεδιασμό
Σχεδιάζουμε με ξύλο, με ατσάλι, με φως. Σπάνια λέμε ότι σχεδιάζουμε με ησυχία. Κι όμως, όποιος έχει προσπαθήσει να γράψει μια σελίδα δίπλα σε μια τηλεόραση ξέρει ότι η σιωπή είναι το πιο ακριβό υλικό ενός χώρου εργασίας.
Η δική μας ανάγνωση: η σιωπή δεν είναι η απουσία κάτι, αλλά ένα υλικό που ένας χώρος εργασίας είτε σχεδιάζει είτε χάνει. Το ανοιχτό γραφείο και το μικρό ελληνικό διαμέρισμα τη θυσίασαν για άλλους λόγους, και τα ακουστικά που φοράμε σήμερα είναι ένα ιδιωτικό μπάλωμα σε ένα πρόβλημα που είναι αρχιτεκτονικό.
Υπάρχει μια σιωπή που δεν είναι άδεια. Είναι η σιωπή ενός αναγνωστηρίου την ώρα που όλοι διαβάζουν: ακούς μια σελίδα που γυρίζει, ένα μολύβι, κάποιον που μετακινεί την καρέκλα του και αμέσως ντρέπεται. Δεν είναι απουσία ήχου. Είναι μια συμφωνία. Δεκάδες άνθρωποι που δεν γνωρίζονται έχουν αποφασίσει, χωρίς να το πουν, να προστατέψουν κάτι κοινό. Αυτό το κοινό αγαθό, θα υποστηρίξουμε εδώ, είναι υλικό. Όπως το ξύλο ενός τραπεζιού ή το φως ενός παραθύρου, μπορεί να σχεδιαστεί ή να χαθεί.
Γιατί δεν μιλάμε για τη σιωπή όταν μιλάμε για design;
Επειδή δεν φωτογραφίζεται. Ένα γραφείο το κρίνουμε από τις φωτογραφίες του: τα έπιπλα, τα χρώματα, τα φυτά, το φως που πέφτει λοξά πάνω σε ένα ξύλινο δάπεδο. Η ησυχία δεν φαίνεται σε κανένα πλάνο. Φαίνεται μόνο η απουσία της, και αυτή μόνο από μέσα, μετά από μια ώρα δουλειάς.
Επειδή, επίσης, η σιωπή δεν πουλιέται εύκολα. Μια καρέκλα έχει όνομα και σχεδιαστή. Ένας τοίχος που κόβει τον ήχο, ένα ταβάνι που τον απορροφά, μια πόρτα που κλείνει καλά, δεν έχουν. Είναι τα πιο αφανή κομμάτια ενός χώρου, και γι’ αυτό τα πρώτα που κόβονται όταν κάποιος μετρά κόστος ανά τετραγωνικό.
Τι έκανε το ανοιχτό γραφείο στη σιωπή;
Η ιστορία του ανοιχτού γραφείου είναι, σε μεγάλο βαθμό, η ιστορία μιας σιωπής που θυσιάστηκε για ένα ευγενές ιδανικό. Ο Robert Propst, όταν σχεδίαζε για την Herman Miller το Action Office στη δεκαετία του 1960, ήθελε ένα γραφείο ευέλικτο, ανοιχτό, ζωντανό. Το πώς αυτή η ιδέα κατέληξε στο cubicle και, αργότερα, στους απέραντους ανοιχτούς ορόφους το έχουμε αφηγηθεί στην ιστορία του Action Office. Η υπόσχεση πάντως έμεινε ίδια σε όλες τις εκδοχές: αν γκρεμίσουμε τους τοίχους, οι άνθρωποι θα μιλάνε περισσότερο μεταξύ τους.
Το 2018 δύο ερευνητές του Harvard, ο Ethan Bernstein και ο Stephen Turban, έλεγξαν αυτή την υπόσχεση. Σε δύο εταιρείες που μετέφεραν τα κεντρικά τους γραφεία σε ανοιχτό χώρο, οι εργαζόμενοι φόρεσαν αισθητήρες που κατέγραφαν πότε μιλούσαν πρόσωπο με πρόσωπο, πριν και μετά τη μετακόμιση. Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο Philosophical Transactions of the Royal Society B, βρήκε ότι η επικοινωνία πρόσωπο με πρόσωπο μειώθηκε περίπου κατά 70% και στις δύο περιπτώσεις, ενώ τα email και τα μηνύματα αυξήθηκαν. Οι συγγραφείς το ερμηνεύουν ως φυσική ανθρώπινη αντίδραση: όταν όλοι σε βλέπουν και σε ακούν, αποσύρεσαι.
Η δική μας ανάγνωση είναι ότι το εύρημα λέει κάτι πιο απλό απ’ όσο ακούγεται. Οι άνθρωποι δεν σταμάτησαν να μιλάνε επειδή έγιναν αντικοινωνικοί. Σταμάτησαν επειδή χάθηκε η σιωπή μέσα στην οποία μια κουβέντα δεν ενοχλεί κανέναν. Σε ένα αναγνωστήριο ψιθυρίζεις και κανείς δεν θυμώνει, γιατί ο ψίθυρος ακούγεται σαν εξαίρεση. Σε έναν όροφο όπου όλα ακούγονται, κάθε κουβέντα γίνεται δημόσια. Και το δημόσιο αποφεύγεται.
Και στο σπίτι, πόσο ήσυχα είναι;
Όταν η δουλειά μετακόμισε στο σπίτι, πολλοί πίστεψαν ότι θα έβρισκαν επιτέλους την ησυχία που το γραφείο τούς είχε στερήσει. Στο ελληνικό διαμέρισμα, η ελπίδα αυτή κράτησε λίγο.
Το ελληνικό σπίτι έχει τους δικούς του ήχους, και όποιος έχει ζήσει σε πολυκατοικία τους αναγνωρίζει με κλειστά μάτια. Η τηλεόραση που μένει ανοιχτή στο σαλόνι, όχι για να τη δει κανείς, αλλά για να υπάρχει. Ο γείτονας που σέρνει μια καρέκλα στο πάνω πάτωμα. Το μηχανάκι του ντελίβερι που ανεβαίνει τον δρόμο. Το κλιματιστικό της διπλανής πολυκατοικίας. Τα μπαλκόνια, που είναι η χαρά της ελληνικής πόλης, είναι και η ανοιχτή πόρτα της προς τον δρόμο. Δεν είναι μόνο ελληνικό πρόβλημα: ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος εκτιμά ότι πάνω από το 20% των Ευρωπαίων εκτίθεται μακροχρόνια σε ανθυγιεινά επίπεδα θορύβου από τις μεταφορές, κυρίως από τους δρόμους.
Τίποτα από αυτά δεν είναι αποτυχία της ελληνικής ζωής. Είναι η ίδια η ελληνική ζωή, κοινωνική, θορυβώδης, ζεστή. Αλλά δεν σχεδιάστηκε για να γράφεις μέσα της μια αναφορά. Γι’ αυτό, όταν γράφουμε για το γραφείο στο σαλόνι, η πρώτη ερώτηση δεν είναι πού θα μπει το έπιπλο, αλλά πού θα πέσει η πόρτα.
Τα ακουστικά είναι λύση;
Η απάντηση της εποχής μας στο πρόβλημα είναι ιδιωτική και φοριέται στα αυτιά. Τα ακουστικά με ενεργή ακύρωση θορύβου έχουν γίνει το πιο διαδεδομένο αντικείμενο γραφείου της τελευταίας δεκαετίας, στο ανοιχτό γραφείο, στο καφέ, στο τρένο, στο σαλόνι. Είναι, αν το καλοσκεφτεί κανείς, ένας φορητός τοίχος.
Δεν θα τα κατηγορήσουμε. Χωρίς αυτά πολλή δουλειά δεν θα γινόταν. Αλλά αξίζει να δούμε τι σημαίνουν. Κάθε ζευγάρι ακουστικά είναι ένα μικρό ομολογημένο σχεδιαστικό λάθος: ένας χώρος που δεν μπόρεσε να προσφέρει ησυχία, και ένας άνθρωπος που την αγόρασε μόνος του. Και η σιωπή των ακουστικών είναι διαφορετική από τη σιωπή του αναγνωστηρίου. Η πρώτη σε απομονώνει από τους άλλους. Η δεύτερη σε κρατά ανάμεσά τους.
Πώς σχεδιάζεις με ησυχία;
Αν η σιωπή είναι υλικό, τότε δουλεύεται σαν υλικό. Δεν χρειάζεται πάντα έργο ακουστικής. Στο σπίτι, μπορεί να σημαίνει ένα χαλί κάτω από το γραφείο και μια βιβλιοθήκη γεμάτη βιβλία στον τοίχο με τον γείτονα. Μια κουρτίνα βαριά αντί για διάφανη. Ένα δωμάτιο, έστω και μικρό, με πόρτα, όπως αυτά που προτείνουμε για το γραφείο στην κρεβατοκάμαρα. Μια συμφωνία στο σπίτι για τις ώρες της τηλεόρασης.
Στο γραφείο, σημαίνει να ξαναμάθουμε κάτι που ήξεραν οι βιβλιοθήκες εδώ και αιώνες: ότι η ησυχία δεν επιβάλλεται με πινακίδες, αλλά με χώρους που την κάνουν φυσική. Ένα δωμάτιο όπου δεν μιλάει κανείς, δίπλα σε ένα δωμάτιο όπου μιλάνε όλοι. Η επιλογή, όχι η ομοιομορφία.
Η σιωπή δεν θα μπει ποτέ σε φωτογραφία περιοδικού. Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να τη γράφουμε.
Πηγές
- Philosophical Transactions of the Royal Society B (μέσω PubMed Central): The impact of the «open» workspace on human collaboration (Bernstein & Turban, Phil. Trans. R. Soc. B 373: 20170239, 2018)
- European Environment Agency: Noise
- Herman Miller: Robert Propst