Γλωσσάρι
34 όροι που συναντάτε στα κείμενά μας, από το Bauhaus ως το cloffice, με σύντομο ορισμό και σύνδεσμο προς το άρθρο που τους εξηγεί πιο αναλυτικά.
Α
- Ανοιχτό γραφείοopen plan
- Γραφείο χωρίς κλειστά δωμάτια, με τις θέσεις εργασίας σε κοινό χώρο. Οι ρίζες του είναι το Bürolandschaft και το Action Office, και σήμερα συζητιέται για τον θόρυβο και τη συγκέντρωση. → Η σιωπή ως υλικό
- Ατσάλινος σωλήναςtubular steel
- Λυγισμένος, συνήθως χρωμιωμένος, χαλύβδινος σωλήνας που έγινε υλικό επίπλων στα μέσα της δεκαετίας του 1920, με πρώτα παραδείγματα τα καθίσματα του Marcel Breuer στο Bauhaus. Είναι ελαφρύς, ανθεκτικός και φανερά βιομηχανικός. → Το Bauhaus και το γραφείο
Δ
- Δικαίωμα αποσύνδεσηςright to disconnect
- Το δικαίωμα του εργαζόμενου να μη δουλεύει και να μην απαντά σε τηλεφωνήματα ή μηνύματα εκτός ωραρίου και στις άδειες, χωρίς δυσμενή μεταχείριση. Στην Ελλάδα κατοχυρώνεται για την τηλεργασία με το άρθρο 67 του ν. 4808/2021. → Τηλεργασία: πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα
Ε
- Εργονομία
- Η επιστήμη που προσαρμόζει εργαλεία, έπιπλα και χώρους στις ανάγκες και τις διαστάσεις του ανθρώπινου σώματος. Στο περιοδικό την αγγίζουμε μόνο από την ιστορική και πολιτισμική της πλευρά. → Aeron, 1994
Κ
- Καρέκλα κελύφουςshell chair
- Καρέκλα όπου κάθισμα και πλάτη είναι ένα ενιαίο, χυτευμένο κέλυφος πάνω σε ξεχωριστή βάση. Πρώτα από fiberglass ή κόντρα πλακέ, σήμερα συχνά από πλαστικό ή σύνθετα υλικά. → Charles & Ray Eames
- Κλισμόςklismos
- Αρχαιοελληνική καρέκλα με κυρτή πλάτη και πόδια που ανοίγουν προς τα έξω σαν σπαθιά. Την ξέρουμε από αγγεία και επιτύμβιες στήλες του 5ου αιώνα π.Χ. και αναβίωσε πολλές φορές, από τον νεοκλασικισμό ως τη συλλογή του Robsjohn-Gibbings για τη Saridis το 1961. → Ο κλισμός και η Saridis
Μ
- Μορφοποιημένο κόντρα πλακέmoulded plywood
- Λεπτά φύλλα ξύλου κολλημένα μεταξύ τους και πιεσμένα σε καλούπι με θερμότητα, ώστε να πάρουν καμπύλη μορφή. Το εξέλιξαν στα έπιπλα ο Alvar Aalto και οι Eames. → Charles & Ray Eames
Π
- Πρόβολη καρέκλαcantilever chair
- Καρέκλα χωρίς πίσω πόδια, που στηρίζεται σε έναν συνεχή σκελετό σε σχήμα S ή Π. Οι πρώτες εκδοχές είναι του Mart Stam (1926), του Mies van der Rohe (1927) και του Marcel Breuer (1928). → Το Bauhaus και το γραφείο
Σ
- Σεκρετέρsecrétaire
- Έπιπλο γραφής με επιφάνεια που ανοίγει προς τα κάτω και κλείνει με την αλληλογραφία μέσα, συνήθως με συρτάρια και θυρίδες. Διαδόθηκε στη Γαλλία του 18ου αιώνα. → Η ιστορία του γραφείου ως έπιπλο
Τ
- Τηλεργασία
- Εργασία που θα μπορούσε να γίνει στις εγκαταστάσεις του εργοδότη αλλά γίνεται εξ αποστάσεως, με χρήση τεχνολογίας. Στην Ελλάδα ρυθμίζεται από το άρθρο 67 του ν. 4808/2021. → Τηλεργασία: πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα
Ψ
- Ψηφιακός νομάδαςdigital nomad
- Άνθρωπος που δουλεύει εξ αποστάσεως, συνήθως μέσω διαδικτύου, ενώ ζει σε διαφορετικά μέρη. Στην Ελλάδα υπάρχει ειδική άδεια για πολίτες τρίτων χωρών (άρθρο 68, ν. 5038/2023). → Τηλεργασία από τα νησιά
B
- Bauhaus
- Σχολή τέχνης, αρχιτεκτονικής και design που ίδρυσε ο Walter Gropius στη Βαϊμάρη το 1919. Μετακόμισε στο Ντεσάου το 1925 και στο Βερολίνο το 1932, και έκλεισε το 1933. Ως λέξη σήμερα σημαίνει και ένα ύφος: απλές γεωμετρικές μορφές, βιομηχανικά υλικά, καμία περιττή διακόσμηση. → Το Bauhaus και το γραφείο
- Bel design
- Όρος για το ιταλικό design της μεταπολεμικής «χρυσής» περιόδου, περίπου 1950–1970: κομψά, γλυπτικά βιομηχανικά προϊόντα από εταιρείες όπως η Olivetti, η Cassina και η Kartell, συχνά με αρχιτέκτονες ως σχεδιαστές. → Σκανδιναβικό ή ιταλικό design;
- Bureauμπιρό
- Γαλλική λέξη που αρχικά σήμαινε το ύφασμα που κάλυπτε το τραπέζι γραφής. Έδωσε το όνομα στο έπιπλο γραφής και στη συνέχεια στο ίδιο το δωμάτιο ή την υπηρεσία, όπως στο «γραφειοκρατία» (bureaucratie). → Η ιστορία του γραφείου ως έπιπλο
- Bürolandschaftτοπίο γραφείου
- Ιδέα οργάνωσης του ανοιχτού γραφείου που ανέπτυξε στη Γερμανία η ομάδα Quickborner, την οποία ίδρυσαν το 1958 οι αδελφοί Schnelle. Χρησιμοποιεί οργανικές διατάξεις χωρίς σειρές, με φυτά και χαμηλά παραβάν, γύρω από τις ροές επικοινωνίας. → Action Office και cubicle
C
- Cloffice
- Από τις λέξεις closet και office: ένα μικρό γραφείο στημένο μέσα σε ντουλάπα ή εσοχή, που κλείνει με πόρτες στο τέλος της μέρας. → Γραφείο σε ντουλάπα
- Coworking
- Κοινόχρηστος χώρος εργασίας όπου ελεύθεροι επαγγελματίες, μικρές ομάδες ή εργαζόμενοι σε τηλεργασία νοικιάζουν θέση ή γραφείο, συνήθως με ευέλικτη συνδρομή. → Το καφέ ως γραφείο
- Cubicle
- Θέση εργασίας κλεισμένη από τρεις πλευρές με χαμηλά, συνήθως υφασμάτινα πάνελ. Προέκυψε στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 από τα συστήματα πάνελ, με πρώτο το Action Office II της Herman Miller (1968). → Πώς γεννήθηκε το cubicle
D
- Danish modern
- Το δανέζικο μοντέρνο έπιπλο των δεκαετιών 1940–1960, με σχεδιαστές όπως ο Hans J. Wegner, ο Børge Mogensen και ο Arne Jacobsen. Το χαρακτηρίζουν το μασίφ ξύλο, η τεχνική του επιπλοποιού και οι απλές, οργανικές γραμμές. → Arne Jacobsen
F
- Fiberglassυαλονήματα σε ρητίνη
- Σύνθετο υλικό από ίνες γυαλιού εμποτισμένες σε ρητίνη, που χυτεύεται σε καμπύλα κελύφη. Χαρακτηριστικό υλικό του μεταπολεμικού design: το χρησιμοποίησαν οι Eames και ο Saarinen. → Saarinen Tulip
H
- Hot desking
- Οργάνωση γραφείου όπου οι εργαζόμενοι δεν έχουν σταθερή θέση αλλά κάθονται σε όποια είναι ελεύθερη, συνήθως όταν ένα μέρος της ομάδας δουλεύει εξ αποστάσεως.
- Hygge
- Δανέζικη λέξη για τη ζεστή, οικεία ατμόσφαιρα και τη χαρά των απλών πραγμάτων. Το 2016 μπήκε στη βραχεία λίστα των Oxford Dictionaries για τη λέξη της χρονιάς. → Το δανέζικο κύμα
J
- Japandi
- Από τις λέξεις Japan και Scandi: ύφος διακόσμησης που συνδυάζει τη σκανδιναβική λιτότητα με την ιαπωνική αισθητική. Χρησιμοποιεί φυσικό ξύλο, ουδέτερους τόνους, χαμηλά έπιπλα και λίγα αντικείμενα. Είναι όρος της αγοράς της δεκαετίας του 2010 και όχι ιστορικό κίνημα.
L
- Less but betterWeniger, aber besser
- Το μότο του Dieter Rams, «λιγότερο, αλλά καλύτερο»: ένα προϊόν πρέπει να έχει μόνο ό,τι χρειάζεται, φτιαγμένο όσο καλύτερα γίνεται. → Dieter Rams
- LRVLight Reflectance Value
- Δείκτης που δείχνει πόσο φως αντανακλά ένα χρώμα, από 0 (απόλυτο μαύρο) έως 100 (απόλυτο λευκό). Πολλοί κατασκευαστές χρωμάτων τον δίνουν για κάθε απόχρωση. → Χρώμα στον χώρο εργασίας
- Lux
- Μονάδα φωτισμού: ένα lumen ανά τετραγωνικό μέτρο. Το ευρωπαϊκό πρότυπο EN 12464-1 ορίζει 500 lux για γράψιμο, ανάγνωση και εργασία σε υπολογιστή. → Home office σε 10–20 m²
M
- Memphis
- Ομάδα σχεδιαστών που ίδρυσε ο Ettore Sottsass στο Μιλάνο το 1981. Τα έπιπλά της, με έντονα χρώματα, laminate και παιχνιδιάρικα σχήματα, αμφισβήτησαν το «καλό γούστο» του μοντερνισμού. → Σκανδιναβικό ή ιταλικό design;
- Mid-century modern
- Το μοντέρνο design των μέσων του 20ού αιώνα, χονδρικά 1945–1969. Ο όρος καθιερώθηκε με το βιβλίο της Cara Greenberg «Mid-Century Modern» (1984). → Τι είναι το mid-century modern
N
- New Nordic
- Ετικέτα των δεκαετιών του 2000 και του 2010 για τη νέα γενιά σκανδιναβικού design, με εταιρείες όπως η Muuto και η HAY: πιο χρωματιστό, πιο βιομηχανικό και πιο προσιτό από το κλασικό δανέζικο μοντέρνο. → Το δανέζικο κύμα
P
- Pedestal
- Η σειρά καρεκλών, σκαμπό και τραπεζιών του Eero Saarinen για την Knoll (1955–58), όλα πάνω σε μία κεντρική βάση. Σε αυτήν ανήκει η καρέκλα Tulip. → Saarinen Tulip
- Pellicle
- Το ελαστομερές πλέγμα της Herman Miller που αντικατέστησε τον αφρό και το ύφασμα στην καρέκλα Aeron (1994). → Aeron, 1994
R
- Radical design
- Κίνημα Ιταλών αρχιτεκτόνων και σχεδιαστών στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στη δεκαετία του 1970, με ομάδες όπως η Archizoom και η Superstudio. Χρησιμοποίησαν το design ως κριτική της καταναλωτικής κοινωνίας και του μοντερνισμού. → Σκανδιναβικό ή ιταλικό design;
S
- Super Normal
- Η ιδέα των Jasper Morrison και Naoto Fukasawa, με έκθεση και βιβλίο το 2006, για τα καθημερινά αντικείμενα που είναι τόσο καλά σχεδιασμένα ώστε περνούν απαρατήρητα και απλώς δουλεύουν. → Jasper Morrison
W
- Wabi-sabi
- Ιαπωνική αισθητική αντίληψη που βρίσκει ομορφιά στο ατελές, στο φθαρμένο και στο παροδικό. Στη διακόσμηση σημαίνει φυσικά υλικά με υφή, χειροποίητα αντικείμενα και αποδοχή της φθοράς.